December 22, 2006

Φυγές


Ξύπνησες κάποτε από έναν ύπνο ιδρωμένο. Σα μύγες τα όνειρά σου και πώς να τ’ αποδιώξεις; Κι ό,τι σου μένει, η γεύση από άγνωστα χείλια στα δικά σου και ένα σύννεφο βαμμένο πράσινο, που κάποτε καβάλησες στις παιδικές σου αναζητήσεις. Ψάχνεις συχνά να θυμηθείς τις άγουρές σου σκέψεις. Μα είναι η μυρωδιά από τα ρούχα της που μένει στην ψυχή σου και σιγά σιγά την τρώει. Κι ένας ρυθμός εσώτερος που κυβερνάει το λόγο σου και δε σ’ αφήνει να σκεφτείς με όρους μετρημένους. Ζηλέψανε οι ουρανοί το άπειρο της καρδιάς της. Ποθήσανε τα πέλαγα το βάθος των ματιών της. Κι εσύ ακόμη τριγυρνάς στους κήπους των ονείρων σου.

Συχνά σε πιάνει μια ανάγκη για φυγή, το ξέρω.
Μα το πιο μακριά όπου μπορείς να πας είναι ο εαυτός σου. Μες στα σεντόνια σου φωλιάζουν τα ταξίδια και το κορμί σου βολοδέρνει τους κυκλώνες. Φυγές αδιέξοδες τα σφαλιστά σου μάτια, πιρόγα αταξίδευτη το ξύλινο κρεβάτι. Με σκουριασμένο, ασήκωτο αντικλείδι ανοίγεις την κουρσάρικη κασέλα του κομοδίνου σου και ένας γρύπας ακέφαλος σφαδάζει στη ντουλάπα. Γιατί αλλάζει η γνώριμη πορεία; Ποιος χάλασε τα όρντινα του χάρτη; Οι ορίζοντες ανοίγονται βαμμένοι σε μια ώχρα,που στο ‘λεγε πως δεν της άρεσε να ντύνει την κάμαρά της. Βουλιάζει αμέριμνη η νύχτα στην ομίχλη, καθώς του φάρου σου ανάβεις το λαμπατέρ. Που ταξιδεύεις δόκιμε, σε ρώτησε η γοργόνα. Κι εσύ, αντί γι’ απάντηση, βουτάς μες στον ιδρώτα του κορμιού σου.

Ξυπνάς κι αναρωτιέσαι αν όλα αυτά είναι αλήθεια ή μήπως η ζωή σου έχει κάποιες τινές ελπίδες. Το πιο μακρύ, λένε, ταξίδι είναι στο τέλος. Μα εσύ δεν έχεις ούτε για τον βαρκάρη κέρμα. Κοιμήσου, λοιπόν, τον ύπνο σου τον ιδρωμένο, ταξίδεψε τις φυγές σου τις ανέξοδες, ξόδεψε τις ανάσες σου στο θαλπερό δωμάτιο και πνίξε μια για πάντα στα πνευμόνια το ουρλιαχτό.

Μην ενοχλήσεις προπαντός τους γείτονες.

December 11, 2006

Ο μικρός άνθρωπος

Ο μικρός άνθρωπος στεκόταν για ώρες στην ίδια θέση δίπλα στον παλιό φανοστάτη. Η κυρία με το κομψό καπελίνο που έπινε τον καφέ της στο απέναντι καφενείο αναρωτήθηκε φωναχτά: «Μα τι κάνει εκεί πέρα» κι έπειτα ήπιε άλλη μια γουλιά. Ο φαλακρός κύριος με το καμιλό παλτό άφησε για μια στιγμή την εφημερίδα του, έριξε μια ματιά και κούνησε βαριεστημένα το κεφάλι του. «Μικροί άνθρωποι. Τι να περιμένεις από αυτούς;». Το γκαρσόνι έσκυψε πάνω από τον φαλακρό κύριο με απροσποίητο ενδιαφέρον και τον ρώτησε: «Μήπως θέλετε να τον διώξω, κύριε;». Αλλά τότε επενέβη ο καλοντυμένος νεαρός με τα στρογγυλά γυαλιά από το διπλανό τραπέζι: «Δε βλέπω για ποιο λόγο να μη θέλουμε να βλέπουμε έναν μικρό άνθρωπο». «Φιλελευθερισμοί… Μοντερνισμοί….Ανοησίες…», μουρμούρισε ο γέρος με την τραγιάσκα, που έπινε αργά το κονιάκ του, «Στην εποχή μου κάτι τέτοιους…», αλλά πνίγηκε στο βήχα του και δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Η ηλικιωμένη κυρία που καθόταν δίπλα στο γέρο με την τραγιάσκα, του χάιδεψε στοργικά το κεφάλι: «Μη συγχύζεσαι, αγάπη μου» του ψιθύρισε. Ο καλοβαλμένος σαραντάρης με το χρυσό ρολόι σηκώθηκε από τη θέση του στο βάθος του μαγαζιού και ρώτησε: «Είναι όλα καλά κύριε; Είμαι γιατρός, ξέρετε». «Δε χρειάζεται να ανησυχείτε. Μια απλή κρίση βήχα είναι» είπε η κοπέλα με το γαλάζιο φόρεμα και τα γαλάζια μάτια, που τύγχανε κόρη του γέρου με την τραγιάσκα, και κοίταξε λίγο πονηρά στα ματιά τον καλοβαλμένο σαραντάρη με το χρυσό ρολόι που δήλωνε γιατρός. «Είναι τόσο όμορφη» αναστέναξε από τη γωνία του ο άντρας με το λεπτό μουστάκι και το στραβοβαλμένο μπερέ βλέποντας όρθια την κοπέλα με το γαλάζιο φόρεμα και τα γαλάζια μάτια, «Θα ήθελα να γίνει τα μοντέλο μου» και τα χέρια του κινήθηκαν αδιόρατα σαν να δοκίμαζαν τα πινέλα του. «Κι εμένα η μούσα μου» συμφώνησε ο μακρυμάλλης ποιητής με το επιτηδευμένα μελαγχολικό βλέμμα που αποτελούσε τον καλλιτεχνικό κύκλο του άντρα με το λεπτό μουστάκι και το στραβοβαλμένο μπερέ. Το παιδάκι με τα γδαρμένα γόνατα άφησε τους βώλους του στο πάτωμα, έτρεξε στους γονείς του, που κάθονταν σε ένα τραπέζι στο πεζοδρόμιο, και ρώτησε «Μπαμπά, τι είναι η μούσα;». Ο κύριος με την μεγάλη κοιλιά και το παχύ μουστάκι έριξε μια σβουριχτή σφαλιάρα στο παιδάκι με τα γδαρμένα γόνατα: «Μην κάνεις παρέα με τους παλιοαρτίστες, μικρέ! Εσύ είσαι γιος εργολάβου». Με ξαφνικό ενδιαφέρον ο μεσόκοπος με την καλοσφιγμένη γραβάτα γύρισε στον κύριο με τη μεγάλη κοιλιά και το παχύ μουστάκι: «Έχετε δίκιο, κύριε. Αυτοί οι λεγόμενοι καλλιτέχνες είναι κοινωνικές βδέλλες… Και τι ωραίο παιδάκι» και άφησε με τρόπο πάνω στο τραπέζι μια κάρτα που με χρυσοχάρακτα γράμματα έγραφε Δικηγόρος. Ο πολισμάνος με την ξεθωριασμένη στολή και το παχύ μουστάκι που περνούσε τη βάρδια του αραγμένος σε ένα παγκάκι δίπλα στο καφενείο έκρινε σκόπιμο να επέμβει για να προστατεύσει την κοινωνική ειρήνη: «Για να δούμε αν αυτοί οι μαλλιάδες θα λένε εξυπνάδες στα μικρά παιδάκια όταν τους περιλάβω στο τμήμα» και κοίταξε με νόημα τον μεσόκοπο με την καλοσφιγμένη γραβάτα και την κάρτα με τα χρυσοχάρακτα γράμματα που έγραφε Δικηγόρος. «Δεν είναι αυτό που νομίζετε» μπήκε στο δρόμο του πολισμάνου με την ξεθωριασμένη στολή και το παχύ μουστάκι ο καφετζής με τη λερωμένη ποδιά που ήταν και πατέρας του μακρυμάλλη ποιητή με το επιτηδευμένα μελαγχολικό βλέμμα, «Όλα ξεκίνησαν από έναν μικρό άνθρωπο που στέκεται για ώρες στην ίδια θέση δίπλα στον παλιό φανοστάτη». «Και τι σας φταίνε οι μικροί άνθρωποι, κύριοι;» ξεσπάθωσε η ξερακιανή γεροντοκόρη που είχε μια μεγάλη κονκάρδα στο πέτο και μια θεατρική χροιά στη φωνή της, «Μήπως είναι τόσο διαφορετικοί από εσάς, μήπως άμα τους κόψετε δεν θα τρέξει από τις φλέβες τους αίμα;». Όλοι τώρα γύρισαν το κεφάλι τους προς τον παλιό φανοστάτη.
«Χμ, έφυγε» μονολόγησε η κυρία με το κομψό καπελίνο και ήπιε άλλη μια γουλιά από τον καφέ της.

(Οι πίνακες "After the rain" και "In critique of judgement" είναι του Ralph L. Steeds και μπορεί κανείς να τους βρει στο www.uncp.edu/art/steeds/gallery.htm)

December 5, 2006

Τα τείχη


Μετρώ με το μάτι μου τα τείχη. Κυκλώπεια ή απλοί φράχτες; Διίστανται οι γνώμες, καθώς μου είπαν. Ιδέες μόνο μέσα τους βαστάνε – πώς να μετρήσεις το ύψος με τα λιγοστά κοντάρια που σε έχουνε προικίσει; Περνώ μέσα από τις ρωγμές που μου δείχνει η σελήνη και λογαριάζω τα άστρα του ουρανού, απλά, λογιστικά, καθώς με έχουν μάθει. Μικρός που δείχνει ο κόσμος από εκεί. Κι αυτά τα τείχη ασήμαντα όσο και οι εχθροί τους. Που - τώρα το θυμήθηκα - ζυγώνουν στις πύλες όλο φούρια και αχό. Μακάριοι οι υπερασπιστές – χαμένοι από χέρι – μα ήρωες σίγουροι στα έπη της νέας εποχής. «Δεν είμαι εγώ για έπη», μου είπε ο ένας μια φορά και γλίστρησε μακριά μου, όνειρο άπιαστο. «Εγώ είμαι για ζωή» ακούστηκε ο αντίλαλος στα κούφια τείχη μέχρι ψηλά στους πύργους. Κι οι σάλπιγγες συγκατένευσαν με δυο βραχνά σαλπίσματα και αναρίγησε το φεγγάρι.

Δεν έγινε μάχη καμία. Ίσα που χρειάστηκε η παρέλαση. Δεν έπεσαν τα τείχη, τα ασάλευτα, τα αιώνια. Εκεί απόμειναν για πάντα, μνήματα δίχως σταυρούς, φάροι δίχως καράβια. Και δε χρειάστηκε να δώσουνε γη και ύδωρ, ήτανε ήδη δοσμένα μα δεν το ήξεραν οι δύσμοιροι. Έτσι, χαθήκανε για πάντα μέσα σε έναν ύπνο ταραγμένο. Και ο ιδρώτας στα σεντόνια τους, μόνο σημάδι ότι υπήρξαν. Τις βλέπεις τις σκιές τους, επισκέπτη; Νιώθει το ακροκόκκαλό σου την αύρα του αέρα τους; Και μπορεί ο ποιητής να χωρέσει τις σιωπές τους;

Κάποιοι αργότερα στηρίξανε ένα τύμβο σε μια γη μαθημένη σε άλλα. Κι απάνω του χορεύουν τα βράδια οι πελαργοί, πριν να τους διώξουν το πρωί τα γνώριμα κοράκια. Κι αναρωτιέμαι, ποιος να σημείωσε σε μια πλευρά μαρμάρινη τα λόγια ετούτα που για μένα δείχνουν να μιλούν:

«Σε είδα σα σκιά μες στα φαντάσματα
τη νύχτα που χαθήκαν οι Τρακόσιοι
στη λύρα να υφαίνεις ηρώων άσματα
που τα όνειρά μας έχουνε στοιχειώσει».

Κόντρα στα blogs της επικαιρότητας, επ’ αφορμή του τίποτε, αφιερωμένο σ’ όλα τα ουτοπικά οράματα, σ’ όλες τις μεγάλες αυταπάτες, σ’ όλους τους καταδικασμένους σκοπούς· και σε όσους πίστεψαν σε αυτούς.