April 24, 2007

Χάπι Lifestyle

Ήταν μια Τρίτη πεταμένη, τελευταία ενός άνευρου Απρίλη. Το ηλιοβασίλεμα έσβηνε στα μαύρα μαλλιά της και όλα τα σταυροδρόμια του κόσμου έδειχναν να βγάζουν σε αδιέξοδα. Η θάλασσα έπαιρνε χρώμα από τα μάτια της και αυτά έμοιαζαν όλο και πιο κενά και ανύπαρκτα, πνιγμένα στην ομίχλη που ανάβλυζε από τα πόδια της. Δύο καράβια που περίμεναν στη ράδα σφύριξαν τρεις φορές και η Πηνελόπη ολόφωτη απάντησε με ένα μακρόσυρτο τραγούδι σειρήνας.

Ο Αλέξανδρος άνοιξε το Βιβλίο των Μεγάλων Κλισέ και συνειδητοποίησε ότι στο τρίτο κεφάλαιο, σελίδα 124 υπό τον τίτλο «Όνειρα Μικροαστών» αναπτυσσόταν με ανατριχιαστική συντομία η βιογραφία του σε μονόστηλο των τριακοσίων λέξεων. Έκλεισε το βιβλίο με πάταγο και ρούφηξε μονομιάς όλη την άσπρη σκόνη που είχε μαζευτεί στο δερματόδετο εξώφυλλό του. Ένιωσε τις συμπαντικές χορδές να αναριγούν από το ανίερο της πράξης του, αλλά αδιαφόρησε· καθώς βυθιζόταν στο Πηγάδι των Παλιών Ηδονών και η εντροπία του φυσικού κόσμου αυξανόταν με αστρονομική ταχύτητα…

Η Ηλέκτρα τον κοίταξε μέσα από ένα θαμπό, ποιητικό ημίφως, ημίγυμνη κάτω από τα εφτά πέπλα της. Το πορσελάνινο δέρμα της αντανακλούσε τις χίλιες αποχρώσεις του λευκού και η ανάσα της έκανε τις πορτοκαλιές να ανθίζουν σε όλες τις μεγάλες λεωφόρους του κόσμου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η ιδέα ότι κάποια στιγμή η αγάπη όλου του κόσμου θα μπορούσε να συγκεντρωθεί σε μια μόνο ακτίνα και να πυρπολήσει τον ίδιο τον αέρα ανάμεσά τους μετατρέποντας τους δύο τους σε φλεγόμενους αστερισμούς, δεν ακουγόταν τελείως παράλογη.

«Κατόπιν μελέτης των αποτελεσμάτων των κλινικών δοκιμών επί ανθρώπινων υποκειμένων» αποφάνθηκε η Τριμελής Επιτροπή του Οργανισμού Ψυχικής Ισορροπίας και Μάρκετινγκ, «καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το νέο χάπι lifestyle δημιουργεί επικίνδυνες ποιητικές παρενέργειες και προτείνουμε την άμεση διακοπή όλων των σχετικών πειραμάτων. Για τa υποκείμενa υπ’ αριθμ. 3, 9, 12, 17 επ’ ονόματι Αλέξανδρος Ν., Ηλέκτρα Λ., Νικηφόρος Σ., Πηνελόπη Γ. που περιέπεσαν σε κώμα λόγω της πειραματικής δοκιμής του φαρμακευτικού σκευάσματος επάνω τους, ως μόνη ανεκτή από οικονομικής και ηθικής απόψεως λύση, κατά το Ευρωπαϊκό Νόμο Περί Βιοηθικής και το Συμβόλαιο Πειραματισμών που υπέγραψαν, προβάλει η οριστική διακοπή της τεχνητής συντήρησής τους στη ζωή. Η λυρική, όσο και κοινότοπη ανταρσία των ονείρων του αιώνιου ύπνου τους δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο και είναι προς το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον της καταναλωτικής τάξης και ειρήνης να κατασταλεί εν τη γενέσει της. Συνετάγη και υπεγράφη εν Αθήναις, το έτος …»

March 19, 2007

Επιστολή από Αργεντινή


Το πιο ωραίο πολιτικό κείμενο που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

Και η απόδειξη του αξιώματος οτι στη Λατινική Αμερική ανθούν δύο πράγματα: οι επαναστάτες και οι λογοτέχνες - και οτι αρκετές φορές αυτές οι ιδιότητες συναντιώνται. Το κείμενο, παρμένο από τον επιθανάτιο ρόγχο του ΙΜC Θεσσαλονίκης και δημοσιευμένο ήδη από τον Ιούλιο του 2005, βρήκε τον δρόμο του ως την οθόνη του υπολογιστή μου μόλις σήμερα.

Η ομορφιά της επιστολής των αργεντίνων IMCistas έγκειται στις δύο βασικές αρχές που οφείλει να ακολουθεί κάθε πολιτικό κείμενο με αξιώσεις οικουμενικότητας: να διατηρεί μια ικανοποιητική απόσταση από τον ρεαλισμό και να μην παίρνει ποτέ τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Αν το χιούμορ μπορούσε να παντρευτεί με την ιδεολογία, τότε ίσως και η πολιτική θα μπορούσε να παντρευτεί με την ουσία...Αλλά δύσκολα πράγματα αυτά...

March 15, 2007

Οι 300 κουκουλοφόροι

Στον ύπνο μου το μεσημέρι είδα τον Πολύδωρα σε ρόλο Ξέρξη. Με 12 χρυσά σκουλαρίκια στα κρεμασμένα του μάγουλα, καθισμένο πάνω σε χρυσό θρόνο και γύρω του οι "αθάνατοι" πραίτωρές του. Μόνο το ύφος ήταν ίδιο ακριβώς - τα ειδικά εφέ του εγκεφάλου μου δε χρειάστηκε να δουλέψουν πολύ εκεί.

Έξω από το παράθυρό μου έσκαγαν τα δακρυγόνα μιας ακόμη διαδήλωσης που δεν μπόρεσα (ή δεν θέλησα, δεν ξέρω) να πάω. Αυτές οι ανεπαίσθητες ηχητικές ενοχλήσεις προκάλεσαν μικρές αναταράξεις στον κατά τα άλλα ήσυχο και γενικώς δημιουργικό ύπνο μου και ενεργοποίησαν μια σειρά νευρωνικών συνάψεων στο άγνωστο εκείνο μέρος του εγκεφάλου μου που παράγει τα όνειρα. Ίσως να έφταιγε και η ελαφρά εισπνοή των χημικών αερίων που διακριτικά γλιστρούσαν κάτω από τις χαραμάδες της παλιάς μπαλκονόπορτας και προσέδιδαν στο σπίτι εκείνη την ιδιαίτερη αύρα που μόνο τα σπίτια του κέντρου - του κέντρου των γεγονότων - μπορούν να έχουν.

Υπό αυτές τις συνθήκες το όνειρο εξελισσόταν υπέροχα - σε ένα αιματοβαμμένο, high-tech splatter σκηνικό οι 300 κουκουλοφόροι φυλάσσαν τις δικές τους Πύλες της Φωτιάς, Σύνταγμα και Εγνατία γωνία. Ένας άγνωστος στρατιώτης έβρισκε επιτέλους τη χρυσή ευκαιρία να λουφάρει - αιώνες την περίμενε - και αποτραβιόταν στη σκιά του να τραβήξει δυο τζούρες κλεφτές από ένα τσιγαράκι που τόσο είχε πεθυμήσει τόσα χρόνια με τα μάρμαρα και τα περιστέρια για παρέα. Και οι 300 συντεταγμένοι και μονίμως ασύντακτοι, αντάρτες των πόλεων και μπερδεμένα παλιόπαιδα, ουρλιάζαν ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ με μια ιδιαίτερη αμερικάνικη προφορά που πήγαινε ασορτί με τα ξεβαμμένα μπλουτζίν που φορούσαν.

Και οι ορδές του Ξέρξη-Πολύδωρα ρίχναν σαν βέλη τα σύννεφα και σκέπαζαν τον ήλιο, Δεν πειράζει θα πολεμάμε στη σκιά, είπε ένας κουκουλοφόρος με φωνή που ακουγόταν πνιχτή πίσω από την μάσκα αερίων που φορούσε. Η σύγκρουση σκληρή και προδιαγεγραμμένη. Σώμα με σώμα, ρόπαλο με ασπίδα, υγρό πυρ και σφεντόνα. Οι πραίτωρες πάντα κερδίζουν τις μάχες, μα χάνουν τον πόλεμο. Και οι 300 απλά χάνουν, γιατί ούτως ή άλλως η νίκη ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό τους. Κι εγώ σαν Νέρωνας κοιτώ από το μπαλκόνι μου την πόλη που φλέγεται, τον Ξέρξη που μειδιά από αυταρέσκεια, τους 300 που ματώνουν τις κουκούλες τους και γράφω όνειρα στο σκληρό δίσκο του φτωχού μου εγκεφάλου - όνειρα προορισμένα να κρατήσουν μια δυο στιγμές. Όπως όλα τα όνειρα, δηλαδή.

February 12, 2007

Στα σκαλιά της κατάληψης


Σε κοίταξα να απομακρύνεσαι, Τα αύριο δε θα έρχονται πάντοτε, σου είχα πει, μα ακούστηκε σαν τίτλος φθηνός από ταινία Τζέιμς Μποντ κι εσύ δε φάνηκε να συγκινείσαι, μαθημένη καθώς ήσουν μια ζωή στα τσιτάτα, στα μεγάλα λόγια, στις εύκολες ρίμες, στα κενά συνθήματα, στη λογική του πλήθους, στην ψυχολογία της μάζας, στις ελπίδες για το μέλλον, στον αγώνα τον ατελείωτο, «Οι ανθρώπινες βουλήσεις που συνήθως απλώς προστίθενται η μία στην άλλη, μερικές φορές, υπό ειδικές συνθήκες, μπορεί να πολλαπλασιαστούν η μία με την άλλη, αυξάνοντας τη δύναμή τους ως το άπειρο», κάτι τέτοια μου έλεγες, κλεμμένες αράδες από βιβλία με ονόματα βαρύγδουπα να στηρίζουνε τα λόγια, Του Λένιν, σε ρώτησα με ελπίδα, Όχι, του Σαραμάγκου, μου απήντησες κι ήταν το βλέμμα σου συγκαταβατικό σα να ‘λεγε, Είναι πολλά που δεν τα ξέρεις, δεν πειράζει, έχουμε χρόνο, Όχι, δεν έχουμε, δεν με καταλαβαίνεις, ο χρόνος όλος δε φθάνει για να διαβάσει κανείς όλα τα βιβλία, να αγωνιστεί όλους τους αγώνες, να ελπίσει όλες τις ελπίδες, να ιστορίσει όλες τις ιστορίες, να κάνει έρωτα σε όλα τα κορμιά, θα έρθει η στιγμή που δε θα έχει αύριο, ξέχνα τον Λένιν, τον Μπρεχτ, τον Τρότσκι, άσε τον Τσε, τον Μαρξ, τον Ιονέσκο, κι αυτοί έφθασε η στιγμή που ένιωσαν την ματαιότητα, ίσως τότε να αντάλλασσαν όλα τα τσιτάτα τους, όλους τους αγώνες για ένα ακόμη φιλί, ίσως και όχι, είναι περίεργο το μυαλό των ανθρώπων, δε σκέφτονται όλοι όπως εγώ, κι είναι καλύτερα έτσι, μα ξέρω ότι έχω δίκιο, κάθε τραγούδι έχει άλλο στίχο, μα όλα λένε το ίδιο πράγμα, ότι δεν αξίζει να τα ακούς μόνος σου, άσε το χαρτοπανό να γράφει για εξέγερση, για νόμους και για καταλήψεις, σ’ αυτό το κτίριο τώρα, σ’ αυτόν τον κόσμο για πάντα, δύο θα είναι οι καταστάσεις, η μοναξιά και η συντροφικότητα, όχι η συλλογική, η προσωπική, υπάρχουν αλήθειες κι αλλού πέρα από τα βιβλία κι από τους δρόμους, και δεν μιλάω για τις αλήθειες που υπάρχουν όπως λένε στα αστέρια, αυτές δεν είμαι αστρολόγος για να τις διαβάσω, υπάρχουν και άλλες αλήθειες σε τούτον εδώ τον κόσμο και πολλά ψέματα, ποτέ μην πεις ότι τα ξεχωρίζεις τέλεια αυτά μεταξύ τους, γιατί μερικές φορές, υπό ειδικές συνθήκες, πολλές αλήθειες μπορεί να προστεθούν η μία στην άλλη και να κάνουν ένα ψέμα και το αντίστροφο, κάπως έτσι δε θα το έλεγε ο συγγραφέας σου, αλλά αυτόν τον ακούς, εμένα όχι, και τώρα απομακρύνεσαι και ο μονόλογος αυτός αντηχεί στο άδειο μου ποτήρι το πλαστικό και ανακατώνεται με όλα τα ερωτηματικά του κόσμου στο μόνο κοκτέιλ που μπορεί να φτιάξει το αλκοόλ, στο μόνο ποτό που πίνουν οι άνθρωποι από γενέσεως, το ποτό της μοναξιάς και της απόρριψης κι εγώ από κέρασμα έχω χορτάσει.

Καληνύχτα κι απόψε.
----------------------------------------------------------------
(Η εικόνα "Dream sequence 01" είναι του Jack Wolfe και βρίσκεται στο web.syr.edu/~jgwolfe/art.htm )
(Για τα πιο ωραία συνθήματα των καταλήψεων
εδώ)

Στα κενά των λέξεών της


Μα στα κενά των λέξεών της αντηχούσαν άλλες φωνές· φωνές άλαλες μα εκκωφαντικές, που ύπουλα ξεγλιστρούσαν από τα κρυμμένα πηγάδια τους για να δηλώσουν αυτά που πραγματικά ήθελε να πει. Κι έτσι στα κενά των λέξεων της, που στο τυπωμένο χαρτί δεν θα έπιαναν παρά μερικά χιλιοστά, ξεδιπλωνόταν μια ολόκληρη ζωή, κι άλλες ακόμη που δεν μπόρεσε να ζήσει, όνειρα που στοιχειώναν τα υπόγεια του νου για χρόνια και τώρα, από τους φεγγίτες του λόγου της, βρίσκαν τη σιωπηλή διέξοδό τους στον κόσμο. Απέμεναν, λοιπόν, οι λέξεις απλώς να ντύνουν αυτό το πανδαιμόνιο των κενών, σα σκηνικό σε σιωπηλό θίασο· γιατί τι είναι οι λέξεις; Αυθαίρετες συγχορδίες από φθόγγους, απλά σημεία παγιδευμένα σε νοήματα που τους δίνει μια καθημερινότητα μαθημένη να εμπορεύεται και να επιβιώνει, άμαθη σε αισθήματα και σε σκέψεις μεταφυσικές. Οι λέξεις ζητούν να υποτάξουν τα νοήματα, να τα παγιδεύσουν ανάμεσα στους βράχους των συμφώνων τους και στις κοιλάδες των φωνηέντων, να τα κλείσουν μέσα στα ρυάκια των ένρινων φθόγγων και στα δάση των συριστικών, μέσα στα φαράγγια των δίφθογγων και στα κάστρα των τελικών καταλήξεων. Πώς να μπορέσει, όμως, μια τέτοια γεωγραφία να ορίσει τα σύννεφα του ουρανού; Πώς να τα δεσμεύσει και να τα βάλει σε καλούπια; Πως μια λέξη με πέντε γράμματα να αποτυπώσει το μεγαλείο ενός φάρου, καθώς ορθώνεται συμπαγής και αιώνιος φωτίζοντας μέσα στην καταχνιά, δαρμένος από το κύμα, ντυμένος με τις ελπίδες των καραβιών; Απομένουν, έτσι τα κενά, οι παύσεις και οι διακοπές, οι τονισμοί και οι ψιθυρισμοί, οι σιωπές που κρύβονται στα μάτια και ο λόγος που ξεχύνεται από τα χέρια και ολόκληρο το σώμα. Με αυτά τα μέσα τα εκφραστικά του μιλούσε και ο λόγος της έλεγε όσα ποτέ δεν είχε πει κι όσα αυτός, ο κουφός, ο τυφλός, ποτέ δεν είχε καταλάβει.


Μέτρησε τα βήματά της ως την πόρτα· κάθε ένα, ένα χτυποκάρδι, μια ροή αίματος που θέριευε και, ίδιο κύμα παλιρροϊκό, σάρωνε το μυαλό του και σκοτείνιαζε τα μάτια του. Στο βρόντημα της πόρτας δεν κινήθηκε ούτε ένας μυς του, ούτε τα βλέφαρά του δεν έπαιξαν. Η ανάσα του έμεινε μετέωρη ανάμεσα στα χείλη του και το ρολόι στον τοίχο σα να ξέχασε να χτυπήσει το επόμενο δευτερόλεπτο. Πάγωσαν τα πάντα γύρω του, όπως και στην καρδιά του.

January 16, 2007

Διαδήλωση

Τους παρατηρώ. Κι αναρωτιέμαι, είναι άραγε ξεχασμένοι επαναστάτες ή αργόσχολοι περιπατητές; Ποιητές του δρόμου ή γραφειοκράτες του μέλλοντος μας; Βραδύνω το βήμα και το συντονίζω στο ρυθμό του συνθήματος. Διασχίζω την πόλη σαν να είναι η πρώτη φορά. Κύριος του δρόμου εγώ, ο καθένας, όλοι μας. Σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά και μυρίζω τον ήλιο, γεύομαι τον αέρα, χωρίς εξατμίσεις σήμερα, γνήσια ανοιξιάτικος μες στο καταχείμωνο, λίγο πριν τον ματώσουν τα πρώτα δακρυγόνα. Δεν ξαφνιάζομαι ούτε υποκριτικά εξανίσταμαι. Γιατί έτσι προχωρά η ιστορία του ανθρώπου, σε συνάρτηση πάντα γραμμική με τον αέρα. Το πρώτον: γεμίζει άνοιξη και αρώματα και μουσικές εξαίσιες και φωνές, που θα έλεγε και ο Καβάφης. Το δεύτερον: σκίζεται και τρέμει από τις κραυγές και τις ανηφορίζουσες σημαίες και τα ταμπούρλα, που θα έλεγε και ο Ρίτσος. Και τέλος σπάζει και πνίγεται και δυσανασχετεί από τις χημικές αναθυμιάσεις και τα ουρλιαχτά. Κι έτσι περνάμε οι άνθρωποι από τον Καβάφη στο Ρίτσο. Κι από εκεί στον Πολύδωρα. Άτυχο έθνος.

Δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες. Δεν το κάνω ποτές μου. Οι λεπτομέρειες είναι οι άσχημες ατέλειες στον υπέροχο καμβά της ζωής. Γι' αυτό δεν θα ρωτήσω για αίτια και συνέπειες, για γνώμες κοινές ή εξαιρετικές, για πλάνα τρεμάμενα και ανακοινωθέντα αστυνομικά. Απλά θα προχωρήσω στο δρόμο σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Μιθριδατήσαμε τόσα χρόνια· στα χημικά και στα αίματα, στα ψέματα και στα φονικά. Αδιάφορα βαδίζουμε, όπως αδιάφορα κατηφορίζω τώρα εγώ το δρόμο, κατηφόρα ατέλειωτη.

Δεν πιστεύω στην επανάσταση (κι ας τη διαλαλεί σαν φθηνή πραμάτεια η ντουντούκα μπροστά). Είναι που δεν πιστεύω σε τίποτε πια. Κι αυτή η μη πίστη είναι από μόνη της μια πίστη. Μπερδεμένος που είναι ο κόσμος και το μυαλό μου. Γλιστράω - μια αδιόρατη σταγόνα - στα δεξιά του ανθρώπινου ποταμιού που θέλει να πιει τον κόσμο. Θα χυθεί κι αυτό στον μεγάλο ωκεανό και θα αναμιχθεί και θα ξεχαστεί. Μα το ποτάμι κυλάει κι αυτό είναι το μόνο που έχει κάποια σημασία. Δεν πιστεύω σε τίποτε πια. Ζω στην καμπή της ιστορίας, σε μια αραχνιασμένη κώχη της, σ' έναν απάνεμο όρμο της, αλλά δεν πιστεύω ότι ζω στο τέλος της. Είναι που μου αρέσουν τα ευτυχισμένα τελειώματα (τα happy ends στο ελληνικότερον), οι γνήσιες καθάρσεις, κι έτσι, αν αυτό είναι το τέλος, πως θα αντισταθώ στην κατάθλιψη της απογοήτευσης; Σηκώνω το πρόσωπό μου και ρουφάω τον ήλιο. Αυτό για σήμερα μου αρκεί.

Γιατί όσο το κάνω αυτό, όσο υπάρχει μια σταγόνα αόρατη μέσα σε ένα ανθρώπινο ποτάμι που κατηφορίζει κραυγάζοντας έναν δρόμο (ανεξάρτητα τι λένε οι κραυγές), όσο η εξουσία νιώθει την ανάγκη να πολεμήσει το ποτάμι με χημικά φράγματα και τηλεοπτικές απάτες, η ιστορία δεν θα έχει λήξει και οι άγριες ριπές του ανέμου της θα μαστιγώνουν τα πανιά του δύστυχου καϊκιού μας.