February 12, 2007

Στα σκαλιά της κατάληψης


Σε κοίταξα να απομακρύνεσαι, Τα αύριο δε θα έρχονται πάντοτε, σου είχα πει, μα ακούστηκε σαν τίτλος φθηνός από ταινία Τζέιμς Μποντ κι εσύ δε φάνηκε να συγκινείσαι, μαθημένη καθώς ήσουν μια ζωή στα τσιτάτα, στα μεγάλα λόγια, στις εύκολες ρίμες, στα κενά συνθήματα, στη λογική του πλήθους, στην ψυχολογία της μάζας, στις ελπίδες για το μέλλον, στον αγώνα τον ατελείωτο, «Οι ανθρώπινες βουλήσεις που συνήθως απλώς προστίθενται η μία στην άλλη, μερικές φορές, υπό ειδικές συνθήκες, μπορεί να πολλαπλασιαστούν η μία με την άλλη, αυξάνοντας τη δύναμή τους ως το άπειρο», κάτι τέτοια μου έλεγες, κλεμμένες αράδες από βιβλία με ονόματα βαρύγδουπα να στηρίζουνε τα λόγια, Του Λένιν, σε ρώτησα με ελπίδα, Όχι, του Σαραμάγκου, μου απήντησες κι ήταν το βλέμμα σου συγκαταβατικό σα να ‘λεγε, Είναι πολλά που δεν τα ξέρεις, δεν πειράζει, έχουμε χρόνο, Όχι, δεν έχουμε, δεν με καταλαβαίνεις, ο χρόνος όλος δε φθάνει για να διαβάσει κανείς όλα τα βιβλία, να αγωνιστεί όλους τους αγώνες, να ελπίσει όλες τις ελπίδες, να ιστορίσει όλες τις ιστορίες, να κάνει έρωτα σε όλα τα κορμιά, θα έρθει η στιγμή που δε θα έχει αύριο, ξέχνα τον Λένιν, τον Μπρεχτ, τον Τρότσκι, άσε τον Τσε, τον Μαρξ, τον Ιονέσκο, κι αυτοί έφθασε η στιγμή που ένιωσαν την ματαιότητα, ίσως τότε να αντάλλασσαν όλα τα τσιτάτα τους, όλους τους αγώνες για ένα ακόμη φιλί, ίσως και όχι, είναι περίεργο το μυαλό των ανθρώπων, δε σκέφτονται όλοι όπως εγώ, κι είναι καλύτερα έτσι, μα ξέρω ότι έχω δίκιο, κάθε τραγούδι έχει άλλο στίχο, μα όλα λένε το ίδιο πράγμα, ότι δεν αξίζει να τα ακούς μόνος σου, άσε το χαρτοπανό να γράφει για εξέγερση, για νόμους και για καταλήψεις, σ’ αυτό το κτίριο τώρα, σ’ αυτόν τον κόσμο για πάντα, δύο θα είναι οι καταστάσεις, η μοναξιά και η συντροφικότητα, όχι η συλλογική, η προσωπική, υπάρχουν αλήθειες κι αλλού πέρα από τα βιβλία κι από τους δρόμους, και δεν μιλάω για τις αλήθειες που υπάρχουν όπως λένε στα αστέρια, αυτές δεν είμαι αστρολόγος για να τις διαβάσω, υπάρχουν και άλλες αλήθειες σε τούτον εδώ τον κόσμο και πολλά ψέματα, ποτέ μην πεις ότι τα ξεχωρίζεις τέλεια αυτά μεταξύ τους, γιατί μερικές φορές, υπό ειδικές συνθήκες, πολλές αλήθειες μπορεί να προστεθούν η μία στην άλλη και να κάνουν ένα ψέμα και το αντίστροφο, κάπως έτσι δε θα το έλεγε ο συγγραφέας σου, αλλά αυτόν τον ακούς, εμένα όχι, και τώρα απομακρύνεσαι και ο μονόλογος αυτός αντηχεί στο άδειο μου ποτήρι το πλαστικό και ανακατώνεται με όλα τα ερωτηματικά του κόσμου στο μόνο κοκτέιλ που μπορεί να φτιάξει το αλκοόλ, στο μόνο ποτό που πίνουν οι άνθρωποι από γενέσεως, το ποτό της μοναξιάς και της απόρριψης κι εγώ από κέρασμα έχω χορτάσει.

Καληνύχτα κι απόψε.
----------------------------------------------------------------
(Η εικόνα "Dream sequence 01" είναι του Jack Wolfe και βρίσκεται στο web.syr.edu/~jgwolfe/art.htm )
(Για τα πιο ωραία συνθήματα των καταλήψεων
εδώ)

Στα κενά των λέξεών της


Μα στα κενά των λέξεών της αντηχούσαν άλλες φωνές· φωνές άλαλες μα εκκωφαντικές, που ύπουλα ξεγλιστρούσαν από τα κρυμμένα πηγάδια τους για να δηλώσουν αυτά που πραγματικά ήθελε να πει. Κι έτσι στα κενά των λέξεων της, που στο τυπωμένο χαρτί δεν θα έπιαναν παρά μερικά χιλιοστά, ξεδιπλωνόταν μια ολόκληρη ζωή, κι άλλες ακόμη που δεν μπόρεσε να ζήσει, όνειρα που στοιχειώναν τα υπόγεια του νου για χρόνια και τώρα, από τους φεγγίτες του λόγου της, βρίσκαν τη σιωπηλή διέξοδό τους στον κόσμο. Απέμεναν, λοιπόν, οι λέξεις απλώς να ντύνουν αυτό το πανδαιμόνιο των κενών, σα σκηνικό σε σιωπηλό θίασο· γιατί τι είναι οι λέξεις; Αυθαίρετες συγχορδίες από φθόγγους, απλά σημεία παγιδευμένα σε νοήματα που τους δίνει μια καθημερινότητα μαθημένη να εμπορεύεται και να επιβιώνει, άμαθη σε αισθήματα και σε σκέψεις μεταφυσικές. Οι λέξεις ζητούν να υποτάξουν τα νοήματα, να τα παγιδεύσουν ανάμεσα στους βράχους των συμφώνων τους και στις κοιλάδες των φωνηέντων, να τα κλείσουν μέσα στα ρυάκια των ένρινων φθόγγων και στα δάση των συριστικών, μέσα στα φαράγγια των δίφθογγων και στα κάστρα των τελικών καταλήξεων. Πώς να μπορέσει, όμως, μια τέτοια γεωγραφία να ορίσει τα σύννεφα του ουρανού; Πώς να τα δεσμεύσει και να τα βάλει σε καλούπια; Πως μια λέξη με πέντε γράμματα να αποτυπώσει το μεγαλείο ενός φάρου, καθώς ορθώνεται συμπαγής και αιώνιος φωτίζοντας μέσα στην καταχνιά, δαρμένος από το κύμα, ντυμένος με τις ελπίδες των καραβιών; Απομένουν, έτσι τα κενά, οι παύσεις και οι διακοπές, οι τονισμοί και οι ψιθυρισμοί, οι σιωπές που κρύβονται στα μάτια και ο λόγος που ξεχύνεται από τα χέρια και ολόκληρο το σώμα. Με αυτά τα μέσα τα εκφραστικά του μιλούσε και ο λόγος της έλεγε όσα ποτέ δεν είχε πει κι όσα αυτός, ο κουφός, ο τυφλός, ποτέ δεν είχε καταλάβει.


Μέτρησε τα βήματά της ως την πόρτα· κάθε ένα, ένα χτυποκάρδι, μια ροή αίματος που θέριευε και, ίδιο κύμα παλιρροϊκό, σάρωνε το μυαλό του και σκοτείνιαζε τα μάτια του. Στο βρόντημα της πόρτας δεν κινήθηκε ούτε ένας μυς του, ούτε τα βλέφαρά του δεν έπαιξαν. Η ανάσα του έμεινε μετέωρη ανάμεσα στα χείλη του και το ρολόι στον τοίχο σα να ξέχασε να χτυπήσει το επόμενο δευτερόλεπτο. Πάγωσαν τα πάντα γύρω του, όπως και στην καρδιά του.