March 19, 2007

Επιστολή από Αργεντινή


Το πιο ωραίο πολιτικό κείμενο που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

Και η απόδειξη του αξιώματος οτι στη Λατινική Αμερική ανθούν δύο πράγματα: οι επαναστάτες και οι λογοτέχνες - και οτι αρκετές φορές αυτές οι ιδιότητες συναντιώνται. Το κείμενο, παρμένο από τον επιθανάτιο ρόγχο του ΙΜC Θεσσαλονίκης και δημοσιευμένο ήδη από τον Ιούλιο του 2005, βρήκε τον δρόμο του ως την οθόνη του υπολογιστή μου μόλις σήμερα.

Η ομορφιά της επιστολής των αργεντίνων IMCistas έγκειται στις δύο βασικές αρχές που οφείλει να ακολουθεί κάθε πολιτικό κείμενο με αξιώσεις οικουμενικότητας: να διατηρεί μια ικανοποιητική απόσταση από τον ρεαλισμό και να μην παίρνει ποτέ τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Αν το χιούμορ μπορούσε να παντρευτεί με την ιδεολογία, τότε ίσως και η πολιτική θα μπορούσε να παντρευτεί με την ουσία...Αλλά δύσκολα πράγματα αυτά...

March 15, 2007

Οι 300 κουκουλοφόροι

Στον ύπνο μου το μεσημέρι είδα τον Πολύδωρα σε ρόλο Ξέρξη. Με 12 χρυσά σκουλαρίκια στα κρεμασμένα του μάγουλα, καθισμένο πάνω σε χρυσό θρόνο και γύρω του οι "αθάνατοι" πραίτωρές του. Μόνο το ύφος ήταν ίδιο ακριβώς - τα ειδικά εφέ του εγκεφάλου μου δε χρειάστηκε να δουλέψουν πολύ εκεί.

Έξω από το παράθυρό μου έσκαγαν τα δακρυγόνα μιας ακόμη διαδήλωσης που δεν μπόρεσα (ή δεν θέλησα, δεν ξέρω) να πάω. Αυτές οι ανεπαίσθητες ηχητικές ενοχλήσεις προκάλεσαν μικρές αναταράξεις στον κατά τα άλλα ήσυχο και γενικώς δημιουργικό ύπνο μου και ενεργοποίησαν μια σειρά νευρωνικών συνάψεων στο άγνωστο εκείνο μέρος του εγκεφάλου μου που παράγει τα όνειρα. Ίσως να έφταιγε και η ελαφρά εισπνοή των χημικών αερίων που διακριτικά γλιστρούσαν κάτω από τις χαραμάδες της παλιάς μπαλκονόπορτας και προσέδιδαν στο σπίτι εκείνη την ιδιαίτερη αύρα που μόνο τα σπίτια του κέντρου - του κέντρου των γεγονότων - μπορούν να έχουν.

Υπό αυτές τις συνθήκες το όνειρο εξελισσόταν υπέροχα - σε ένα αιματοβαμμένο, high-tech splatter σκηνικό οι 300 κουκουλοφόροι φυλάσσαν τις δικές τους Πύλες της Φωτιάς, Σύνταγμα και Εγνατία γωνία. Ένας άγνωστος στρατιώτης έβρισκε επιτέλους τη χρυσή ευκαιρία να λουφάρει - αιώνες την περίμενε - και αποτραβιόταν στη σκιά του να τραβήξει δυο τζούρες κλεφτές από ένα τσιγαράκι που τόσο είχε πεθυμήσει τόσα χρόνια με τα μάρμαρα και τα περιστέρια για παρέα. Και οι 300 συντεταγμένοι και μονίμως ασύντακτοι, αντάρτες των πόλεων και μπερδεμένα παλιόπαιδα, ουρλιάζαν ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ με μια ιδιαίτερη αμερικάνικη προφορά που πήγαινε ασορτί με τα ξεβαμμένα μπλουτζίν που φορούσαν.

Και οι ορδές του Ξέρξη-Πολύδωρα ρίχναν σαν βέλη τα σύννεφα και σκέπαζαν τον ήλιο, Δεν πειράζει θα πολεμάμε στη σκιά, είπε ένας κουκουλοφόρος με φωνή που ακουγόταν πνιχτή πίσω από την μάσκα αερίων που φορούσε. Η σύγκρουση σκληρή και προδιαγεγραμμένη. Σώμα με σώμα, ρόπαλο με ασπίδα, υγρό πυρ και σφεντόνα. Οι πραίτωρες πάντα κερδίζουν τις μάχες, μα χάνουν τον πόλεμο. Και οι 300 απλά χάνουν, γιατί ούτως ή άλλως η νίκη ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό τους. Κι εγώ σαν Νέρωνας κοιτώ από το μπαλκόνι μου την πόλη που φλέγεται, τον Ξέρξη που μειδιά από αυταρέσκεια, τους 300 που ματώνουν τις κουκούλες τους και γράφω όνειρα στο σκληρό δίσκο του φτωχού μου εγκεφάλου - όνειρα προορισμένα να κρατήσουν μια δυο στιγμές. Όπως όλα τα όνειρα, δηλαδή.