Τους παρατηρώ. Κι αναρωτιέμαι, είναι άραγε ξεχασμένοι επαναστάτες ή αργόσχολοι περιπατητές; Ποιητές του δρόμου ή γραφειοκράτες του μέλλοντος μας; Βραδύνω το βήμα και το συντονίζω στο ρυθμό του συνθήματος. Διασχίζω την πόλη σαν να είναι η πρώτη φορά. Κύριος του δρόμου εγώ, ο καθένας, όλοι μας. Σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά και μυρίζω τον ήλιο, γεύομαι τον αέρα, χωρίς εξατμίσεις σήμερα, γνήσια ανοιξιάτικος μες στο καταχείμωνο, λίγο πριν τον ματώσουν τα πρώτα δακρυγόνα. Δεν ξαφνιάζομαι ούτε υποκριτικά εξανίσταμαι. Γιατί έτσι προχωρά η ιστορία του ανθρώπου, σε συνάρτηση πάντα γραμμική με τον αέρα. Το πρώτον: γεμίζει άνοιξη και αρώματα και μουσικές εξαίσιες και φωνές, που θα έλεγε και ο Καβάφης. Το δεύτερον: σκίζεται και τρέμει από τις κραυγές και τις ανηφορίζουσες σημαίες και τα ταμπούρλα, που θα έλεγε και ο Ρίτσος. Και τέλος σπάζει και πνίγεται και δυσανασχετεί από τις χημικές αναθυμιάσεις και τα ουρλιαχτά. Κι έτσι περνάμε οι άνθρωποι από τον Καβάφη στο Ρίτσο. Κι από εκεί στον Πολύδωρα. Άτυχο έθνος.
Δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες. Δεν το κάνω ποτές μου. Οι λεπτομέρειες είναι οι άσχημες ατέλειες στον υπέροχο καμβά της ζωής. Γι' αυτό δεν θα ρωτήσω για αίτια και συνέπειες, για γνώμες κοινές ή εξαιρετικές, για πλάνα τρεμάμενα και ανακοινωθέντα αστυνομικά. Απλά θα προχωρήσω στο δρόμο σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Μιθριδατήσαμε τόσα χρόνια· στα χημικά και στα αίματα, στα ψέματα και στα φονικά. Αδιάφορα βαδίζουμε, όπως αδιάφορα κατηφορίζω τώρα εγώ το δρόμο, κατηφόρα ατέλειωτη.
Δεν πιστεύω στην επανάσταση (κι ας τη διαλαλεί σαν φθηνή πραμάτεια η ντουντούκα μπροστά). Είναι που δεν πιστεύω σε τίποτε πια. Κι αυτή η μη πίστη είναι από μόνη της μια πίστη. Μπερδεμένος που είναι ο κόσμος και το μυαλό μου. Γλιστράω - μια αδιόρατη σταγόνα - στα δεξιά του ανθρώπινου ποταμιού που θέλει να πιει τον κόσμο. Θα χυθεί κι αυτό στον μεγάλο ωκεανό και θα αναμιχθεί και θα ξεχαστεί. Μα το ποτάμι κυλάει κι αυτό είναι το μόνο που έχει κάποια σημασία. Δεν πιστεύω σε τίποτε πια. Ζω στην καμπή της ιστορίας, σε μια αραχνιασμένη κώχη της, σ' έναν απάνεμο όρμο της, αλλά δεν πιστεύω ότι ζω στο τέλος της. Είναι που μου αρέσουν τα ευτυχισμένα τελειώματα (τα happy ends στο ελληνικότερον), οι γνήσιες καθάρσεις, κι έτσι, αν αυτό είναι το τέλος, πως θα αντισταθώ στην κατάθλιψη της απογοήτευσης; Σηκώνω το πρόσωπό μου και ρουφάω τον ήλιο. Αυτό για σήμερα μου αρκεί.
Γιατί όσο το κάνω αυτό, όσο υπάρχει μια σταγόνα αόρατη μέσα σε ένα ανθρώπινο ποτάμι που κατηφορίζει κραυγάζοντας έναν δρόμο (ανεξάρτητα τι λένε οι κραυγές), όσο η εξουσία νιώθει την ανάγκη να πολεμήσει το ποτάμι με χημικά φράγματα και τηλεοπτικές απάτες, η ιστορία δεν θα έχει λήξει και οι άγριες ριπές του ανέμου της θα μαστιγώνουν τα πανιά του δύστυχου καϊκιού μας.
January 16, 2007
Subscribe to:
Post Comments (Atom)

No comments:
Post a Comment