
Ξύπνησες κάποτε από έναν ύπνο ιδρωμένο. Σα μύγες τα όνειρά σου και πώς να τ’ αποδιώξεις; Κι ό,τι σου μένει, η γεύση από άγνωστα χείλια στα δικά σου και ένα σύννεφο βαμμένο πράσινο, που κάποτε καβάλησες στις παιδικές σου αναζητήσεις. Ψάχνεις συχνά να θυμηθείς τις άγουρές σου σκέψεις. Μα είναι η μυρωδιά από τα ρούχα της που μένει στην ψυχή σου και σιγά σιγά την τρώει. Κι ένας ρυθμός εσώτερος που κυβερνάει το λόγο σου και δε σ’ αφήνει να σκεφτείς με όρους μετρημένους. Ζηλέψανε οι ουρανοί το άπειρο της καρδιάς της. Ποθήσανε τα πέλαγα το βάθος των ματιών της. Κι εσύ ακόμη τριγυρνάς στους κήπους των ονείρων σου.
Συχνά σε πιάνει μια ανάγκη για φυγή, το ξέρω. Μα το πιο μακριά όπου μπορείς να πας είναι ο εαυτός σου. Μες στα σεντόνια σου φωλιάζουν τα ταξίδια και το κορμί σου βολοδέρνει τους κυκλώνες. Φυγές αδιέξοδες τα σφαλιστά σου μάτια, πιρόγα αταξίδευτη το ξύλινο κρεβάτι. Με σκουριασμένο, ασήκωτο αντικλείδι ανοίγεις την κουρσάρικη κασέλα του κομοδίνου σου και ένας γρύπας ακέφαλος σφαδάζει στη ντουλάπα. Γιατί αλλάζει η γνώριμη πορεία; Ποιος χάλασε τα όρντινα του χάρτη; Οι ορίζοντες ανοίγονται βαμμένοι σε μια ώχρα,που στο ‘λεγε πως δεν της άρεσε να ντύνει την κάμαρά της. Βουλιάζει αμέριμνη η νύχτα στην ομίχλη, καθώς του φάρου σου ανάβεις το λαμπατέρ. Που ταξιδεύεις δόκιμε, σε ρώτησε η γοργόνα. Κι εσύ, αντί γι’ απάντηση, βουτάς μες στον ιδρώτα του κορμιού σου.
Ξυπνάς κι αναρωτιέσαι αν όλα αυτά είναι αλήθεια ή μήπως η ζωή σου έχει κάποιες τινές ελπίδες. Το πιο μακρύ, λένε, ταξίδι είναι στο τέλος. Μα εσύ δεν έχεις ούτε για τον βαρκάρη κέρμα. Κοιμήσου, λοιπόν, τον ύπνο σου τον ιδρωμένο, ταξίδεψε τις φυγές σου τις ανέξοδες, ξόδεψε τις ανάσες σου στο θαλπερό δωμάτιο και πνίξε μια για πάντα στα πνευμόνια το ουρλιαχτό.
Μην ενοχλήσεις προπαντός τους γείτονες.
Συχνά σε πιάνει μια ανάγκη για φυγή, το ξέρω. Μα το πιο μακριά όπου μπορείς να πας είναι ο εαυτός σου. Μες στα σεντόνια σου φωλιάζουν τα ταξίδια και το κορμί σου βολοδέρνει τους κυκλώνες. Φυγές αδιέξοδες τα σφαλιστά σου μάτια, πιρόγα αταξίδευτη το ξύλινο κρεβάτι. Με σκουριασμένο, ασήκωτο αντικλείδι ανοίγεις την κουρσάρικη κασέλα του κομοδίνου σου και ένας γρύπας ακέφαλος σφαδάζει στη ντουλάπα. Γιατί αλλάζει η γνώριμη πορεία; Ποιος χάλασε τα όρντινα του χάρτη; Οι ορίζοντες ανοίγονται βαμμένοι σε μια ώχρα,που στο ‘λεγε πως δεν της άρεσε να ντύνει την κάμαρά της. Βουλιάζει αμέριμνη η νύχτα στην ομίχλη, καθώς του φάρου σου ανάβεις το λαμπατέρ. Που ταξιδεύεις δόκιμε, σε ρώτησε η γοργόνα. Κι εσύ, αντί γι’ απάντηση, βουτάς μες στον ιδρώτα του κορμιού σου.
Ξυπνάς κι αναρωτιέσαι αν όλα αυτά είναι αλήθεια ή μήπως η ζωή σου έχει κάποιες τινές ελπίδες. Το πιο μακρύ, λένε, ταξίδι είναι στο τέλος. Μα εσύ δεν έχεις ούτε για τον βαρκάρη κέρμα. Κοιμήσου, λοιπόν, τον ύπνο σου τον ιδρωμένο, ταξίδεψε τις φυγές σου τις ανέξοδες, ξόδεψε τις ανάσες σου στο θαλπερό δωμάτιο και πνίξε μια για πάντα στα πνευμόνια το ουρλιαχτό.
Μην ενοχλήσεις προπαντός τους γείτονες.

No comments:
Post a Comment